σμιλεύω

σμιλεύω
μετ.
1) долбить, выдалбливать; 2) высекать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "σμιλεύω" в других словарях:

  • σμιλεύω — σμιλεύω, σμίλεψα βλ. πίν. 17 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • σμιλεύω — ΜΝΑ κατεργάζομαι με σμίλη, γλύφω, λαξεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < σμίλη. Το ρ. απαντά αρχικά σε συνθ. με προθέσεις (πρβλ. απο σμιλεύω, δια σμιλεύω)] …   Dictionary of Greek

  • σμιλεύω — σμῑλεύω , σμιλεύω pres subj act 1st sg σμῑλεύω , σμιλεύω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμιλεύω — ευσα, εύτηκα, εμένος, κατεργάζομαι το μάρμαρο με τη σμίλη, λαξεύω: Ο Φειδίας σμίλευε το μάρμαρο με πολλή τέχνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γλύφω — (AM γλύφω) 1. λαξεύω με γλύφανο σκληρή ύλη, σκαλίζω 2. χαράσσω διακοσμητικές παραστάσεις σε σκληρή ύλη αρχ. Ι. καταγράφω («γλύφων τόκους» για τον τοκογλύφο που καταγράφει λεπτομερώς τί τού χρωστάνε) II. γλύφομαι 1. βάζω κάποιον άλλο να κάνει… …   Dictionary of Greek

  • καταγλύφω — (Α) 1. κάνω κάτι εντελώς κοίλο 2. λαξεύω, σμιλεύω 3. κάνω αμυχές σε κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + γλύφω «λαξεύω, σκαλίζω»] …   Dictionary of Greek

  • νεοσμίλευτος — νεοσμίλευτος, ον (Α) (ποιητ. τ.) αυτός που σμιλεύθηκε πρόσφατα ή αυτός που χαράχθηκε πρόσφατα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νε(ο) * + σμιλεύω] …   Dictionary of Greek

  • σκαλίζω — ΝΜΑ, και αττ. τ. ασκαλίζω Α σκάβω νεοελλ. 1. σκάβω επιφανειακά το έδαφος, χτυπώ και αναστρέφω με ειδικό εργαλείο, τη σκαπάνη, την επιφάνεια καλλιεργημένου εδάφους 2. ανακινώ το χώμα («σκαλίζοντας η κότα βγάζει τα μάτια της» λέγεται για εκείνους… …   Dictionary of Greek

  • σμίλευμα — το, ΝΜΑ, και σμίλεμα Ν [σμιλεύω] αντικείμενο που κατασκευάστηκε με σμίλευση («σκινδαλάμων τε παραξόνια, σμιλεύματα τ ἔργων», Αριστοφ.) …   Dictionary of Greek

  • σμίλευση — η / σμίλευσις, εύσεως, ΝΜΑ [σμιλεύω] κατεργασία αντικειμένου με σμίλη, λάξευση …   Dictionary of Greek

  • σμίλη — Κοπτικό εργαλείο, γενικά κατάλληλο για την κατεργασία ξύλου, μετάλλων και λίθων. Αποτελείται από μια χαλύβδινη ράβδο ορθογωνικής διατομής με στρογγυλεμένες ακμές, το ένα άκρο της οποίας έχει σχήμα κοπτικής αιχμής. Χρησιμοποιείται με κρούση στο… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»